WOTAN - The Song of the Nibelungs

ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ

Τα τέλη της δεκαετίας του ’90 σημαδεύτηκαν από τη μεγαλύτερη άνοδο που είχε ποτέ το heavy metal στη χώρα μας σε όλα τα επίπεδα. Κυκλοφορούσαν 2 μηνιαία περιοδικά, στα
περίπτερα έβλεπες συνεχώς νέα fanzine-περιοδικά με πολλά underground CD, ενώ ταυτόχρονα άνοιγαν δισκάδικα εξειδικευμένα σε συγκεκριμένα είδη του metal σε κάθε
στενό των Εξαρχείων, πέρα από τα γενικά, μεγάλα δισκάδικα που κάθε Παρασκευή και Σάββατο δε χωρούσες να μπεις μέσα από τον κόσμο. Υπήρχαν metal clubs, metal
καφετέριες και γενικά έβγαινες έξω και το metal έκανε αισθητή την παρουσία του.

Πολλά συγκροτήματα που δεν είχαν έρθει ποτέ τα προηγούμενα χρόνια, έκαναν διαδοχικές συναυλίες στην Ελλάδα, και ακριβώς εκείνη την περίοδο αυτό επαληθεύτηκε με τους
Stratovarius που έβγαλαν το live τους με μερικά τραγούδια από την Ελλάδα για πρώτη φορά, και λίγο μετά οι Iced Earth έβγαλαν ολόκληρο live δίσκο από τη χώρα μας. Ωραίες
στιγμές που όμως γρήγορα ξεφούσκωσαν.

Πολλές πληροφορίες, πολλές κυκλοφορίες, πολλές συναυλίες, πολύ χρήμα και απίστευτη μετριότητα που ο κόσμος γρήγορα βαρέθηκε. Τα δισκάδικα έκλειναν λίγα χρόνια αργότερα
το ένα μετά το άλλο, τα περιοδικά το ίδιο, εκπομπές στο ραδιόφωνο σταμάτησαν, ο κόσμος δεν εμπιστευόταν πια κανέναν και δεν αγόραζε δίσκους.

Τέλος πάντων, μέσα σε αυτόν τον χαμό στα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι Ιταλοί Wotan ήταν από τα γκρουπ που ξεχώρισαν και κατατάχθηκαν στο λεγόμενο true metal κίνημα, που
και αυτό ξεκίνησε ακριβώς την ίδια περίοδο. Αυτό ίσως να ήταν λίγο άδικο για τη μπάντα γιατί ήταν από τους παλιούς της σκηνής, και δεν ήταν σαν τους πιτσιρικάδες που έβγαιναν

με σπαθιά και καρφιά και είχαν ύφος “θα σας δείρουμε αν δεν ακούτε metal”. Το demo τους “Under the Sign of Odin's Crows” του 2000, και το ντεμπούτο τους “Carmina
Barbarica” λίγα χρόνια αργότερα, γνώρισαν αποθεωτικές κριτικές κυρίως από τον underground τύπο. Άξιζαν λοιπόν αυτοί οι έπαινοι ή ήταν και αυτοί μια υπερεκτιμημένη
μπάντα της εποχικής φούσκας;

Η αλήθεια σε αυτές τις περιπτώσεις κρύβεται συνήθως στη μέση. Οι Wotan δεν ήταν και ακόμη δεν είναι κακοί στο epic power metal που παίζουν. Αλλά δεν είναι και μέσα στα 10
καλύτερα γκρουπ του είδους όπως παρουσιάστηκαν τότε. Δε φταίνε τα αρκετά Manowar σημεία που είχαν και εξακολουθούν να έχουν στα τραγούδια τους, ούτε τα φωνητικά που
ίσως ξενίζουν έναν ακροατή του επικού ήχου. Το πρόβλημα είναι η διαχρονικότητα των κομματιών. Ένας φανατικός οπαδός του επικού heavy/power θα βρει πολλές καλές στιγμές
στις συνθέσεις τους, αλλά και στιγμές που το παίξιμο τους ακούγεται αρκετά παρωχημένο, αντί να θεωρηθεί κλασικό ή όμορφα παλιομοδίτικο όπως σε άλλες μπάντες του είδους.
Δύσκολα κάποιος μετά από 2-3 χρόνια θα επιθυμήσει τόσο πολύ τους δίσκους τους για να τους ξανακούσει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το καινούργιο αλμπουμ τους “The Song of
the Nibelungs”.

Yπάρχουν κομμάτια που θα μπορούσαν μετά από καιρό να θεωρηθούν κλασικά όπως το καταπληκτικό “Kriemhild's Revenge” (ίσως η καλύτερη στιγμή του δίσκου) και το υπέροχο
“Journey to Vengeance”. Αλλά είναι η μειοψηφία. Ξεχωρίζουν επίσης τα “Balmung”, “The Hunt”, “Kriemild's Dream” (πολύ καλό mid-tempo), οι Manowar-ικοί φόροι τιμής “Alberich
the Dwarf” και “Siegfried's Journey”, καθώς και το πωρωτικό “Murder”. Να αναφέρουμε επίσης και τα γυναικεία οπερετικά φωνητικά σε κομμάτια όπως το “Brünhild”, που κατά τ’
άλλα δεν είναι κακό τραγούδι.

Μακάρι ο ενθουσιασμός που προκαλούν αυτά τα κομμάτια, και ενδεχομένως και τα υπόλοιπα, να κερδίσει διαχρονικά τους οπαδούς. Η μπάντα πάντως δε φαίνεται να το
καταφέρνει ούτε τώρα. Δεν είναι θετικό για ένα συγκρότημα να το θυμάται ο κόσμος μόνο όταν βγάζει νέα δουλειά. Υπάρχουν αρκετές διαδικτυακές εκπομπές που παίζουν πλέον
επικό heavy metal, και οι Wotan δεν είναι στις επιλογές ούτε του παραγωγού ούτε των ακροατών για πολύ μεγάλα διαστήματα.

Ο δίσκος δύσκολα απευθύνεται στον γενικό heavy/power οπαδό που θα ξεχωρίσει κάποια κομμάτια όπως τα παραπάνω, αλλά θα θεωρηθεί άψογος από φανατικούς οπαδούς των
Μanowar όλων των περιόδων, Grave Digger, DoomSword, Blind Guardian και Running Wild – ειδικά από αυτούς που πιστεύουν ότι οι μπάντες αυτές έχουν σχεδόν αποκλειστικά
τέλειες κυκλοφορίες. Καλές στιγμές υπάρχουν αρκετές, αλλά οι υπόλοιποι ας είναι επιφυλακτικοί. Τέλος να πούμε ότι ο δίσκος είναι σχεδόν 2 ώρες, και κάποιοι μπορεί να τον
βρουν κουραστικό.

Γιώργος Πετρουλάκης

Copyright 2019. All Right Reserved.