Exorcist - Nightmare Theatre

Exorcist-Nightmare Theatre

                          Μπάντες με μεταμφιεσμένα τα μέλη και με ψευδώνυμα, δεν είναι κάτι καινούριο στο  χώρο της heavy metal μουσικής.  Αυτή η γενιά γνωρίζει τους Ghost , παλιότερες γενιές είχαμε άλλους σαν τους Death SS. Μια ανάλογη αμφίεση έχουν και οι Αμερικανοί Exorcist, αν και μουσικά θυμίζουν έντονα Venom. Ποιοι ήταν λοιπόν αυτοί οι Exorcist; Βρισκόμαστε στο 1985 και οι Virgin Steel έχουν κυκλοφορήσει έναν από τους καλύτερους δίσκους της καριέρας τους, το Noble Savage.  Ο επόμενος τους δίσκος θα βγει μετά από τρία χρόνια (Age Of Consent). Αυτό το χρονικό διάστημα δεν πάει χαμένο. Ο David DeFeis θα συμμετάσχει σαν πληκτράς  στο ‘’No Turning Back!’’του παλιού του συμπαίκτη Jack Starr, ενώ ο τωρινός του κιθαρίστας, Edward Pursino, θα παίξει στους Original Sin που τραγουδά η αδερφή του DeFeis (και ο ίδιος κάνει την παραγωγή). Ε αυτοί οι δυο (DeFeis/Pursino) είναι και αυτοί πίσω από τις μάσκες των Exorcist. Μαζί τους στο μπάσο, Ο Joe O'Reilly (Virgin Steele/Jack Starr/Original Sin) και στα drums o Mark Edwards (Jack Starr/Original Sin). Άρα μέλη που τριγυρνούσαν τον DeFeis και τους φίλους του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Το μοναδικό δημιούργημα των Exorcist, ‘’Nightmare Theatre’’ βγαίνει το 1986 (παράλληλα με το Original Sin) από την  Cobra Records (τρομερές κυκλοφορίες της εποχής σε κασέτα και βινύλιο), υποεταιρία της Kraze Records. Σπινταριστό metal, αρκετά άγουρο και ωμό (είπαμε, στο ύφος των Venom), μακριά από τις συμφωνικές ενορχηστρώσεις των Virgin Steel. Ποτέ δεν ηχογραφήθηκε άλλο υλικό, εξάλλου άρχισαν να ετοιμάζουν το επόμενο δίσκο της βασικής τους μπάντας. Όπως γνωρίζουμε, DeFeis και Pursino είναι ακόμα μαζί, δυστυχώς όμως η έμπνευση τους έχει εγκαταλείψει τα τελευταία χρόνια. ΄

                  Αν μεταγενέστερα δεν μάθαινα ποιοι αποτελούν την μπάντα, δεν θα το πίστευα.. Η φωνή του είναι παραμορφωμένα περίεργα, ακούγεται γρέζα και τοξική. Σε κάποιες ψιλές, του ξεφεύγει η χροιά του αλλά αυτές είναι λεπτομέρειες που ξεχωρίζεις αφότου έχει αποκτήσει τις απαραίτητες πληροφορίες. Μουσικά, εκτός από τους δηλητηριώδεις προπάτορες του Black metal, ακούγονται και σαν Death SS χωρίς πλήκτρα. Παρά την σκοτεινή-τρομακτική ατμόσφαιρα που προσδίδουν διάφορα ορχηστρικά και εισαγωγές, το rock ‘n’ roll συναίσθημα θριαμβεύει. Αδιάκοπες παραισθήσεις για αυτό που ακούς, με την κιθάρα να δέχεται μεγάλη φόρτωμα και πίεση. Οι ταχύτητες αυξάνονται, τα ‘’δεν πρέπει’’ αφαιρούνται. Τρομερές δονήσεις από τα τύμπανα που έχουν ένα ηλεκτρονικό απόηχο. Παθιασμένοι, καταβροχθίζουν κάθε δευτερόλεπτο που τους δίνεται σε κάθε τραγούδι και το μετατρέπουν σε ένα τρομακτικό ηχητικό είδωλο. Προφανώς και λατρεύουν το ότι δεν πιέζονται από το όνομα που είχαν δημιουργήσει με τους Virgin Steel και οι Exorcist ήταν καθαρά για το χαβαλέ και τους βγαίνει αυθόρμητα ένα ασπρόμαυρο, ειλικρινές μεταλλικό στιγμιότυπο μουσικής τρέλας. Ε δεν μπορεί, το ‘’ Call for the Exorcist’’ χτυπάει κόκκινο με το εκπληκτικό riff του όσο η ρυθμική παρέλαση δημιουργεί ηχητικό τσουνάμι.

                      Μελωδικά ρεφραίν πάνω σε ατμόσφαιρα φόβου, όπως έκανε ο King Diamond. Τσαρλατάνοι που παίζουν επιθετικά και συνάμα εκπληκτικά όπως οι Piledriver. Σατανιστές χωρίς εμβάθυνση όπως οι Venom. Ανθρώπινες καρικατούρες ιστορικών τεράτων που κρατούν όργανα που δημιουργούν μουσική όπως οι Death SS. Οι Exorcist τα περιλαμβάνουν όλα τα παραπάνω, και αν σκεφτείς πόσο καλοί συνθέτες ήταν τα μέλη και  με πόση ευκολία κυλούσε η μελωδία στο αίμα τους, το ‘’Nightmare Theatre’’ ήταν παιχνιδάκι ξεκούρασης γι αυτούς. Απλά ήπιανε λίγες μπύρες παραπάνω, είδαν καμιά ταινία και συνθέσανε τραγούδια σαν το ‘’Execution of the Witches’’. Γενικότερα, θεματολογικά αναφέρονται γύρω από την άσκηση μαγείας στο Σάλεμ και τα σχετικά όσο ενθουσιώδεις ρυθμοί που τα σπάνε, φορτωμένοι με μούρλια βασανίζουν τα όργανα τους. Θορυβώδεις αμαρτίες που ροκάρουν μέχρι να μην μείνει καμιά χορδή στην κιθάρα όσο τραγουδάμε μεθυσμένοι ’’ We Riding to Hell, To Hell, To Hell’’. Και εκεί που κόβουν (ελαφρά) ταχύτητες  (Queen of the Dead ) και ο ρυθμός καλπάζει , ο Damien Rath (ο Δαβίδ μωρέ) ανοίγει το στόμα του και ρήγματα μυριοτομούν το επίγειο κόσμο μας. Σχεδόν σαράντα λεπτά που απευθύνονται σε όσους ακούνε μουσική για να διασκεδάσουν και τίποτα παραπάνω. Λίγο heavy, λίγο thrash, επικαλυμμένα με μαυρίλα, χαβαλέ και σκοτεινά θέματα, με έναν τρομερό κιθαρίστα σε διαθεσιμότητα και έναν ιδιοφυή καλλιτέχνη να δημιουργεί όπως αυτός θέλει, με το μυαλό χαλαρό και γεμάτο φαντασία. Κανείς που το άκουσε δεν βγήκε χαμένος, ότι είδος μουσικής και να αγαπά.

 

Copyright 2017. All Right Reserved.