THE DUELLISTS VOL.3: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ JUDAS PRIEST;

THE DUELLISTS… ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ JUDAS PRIEST;

 

Τρίτωσε το κακό, με τους συντάκτες να γρονθοκοπούνται τώρα σχετικά με το βασανιστικό ερώτημα: Ποια είναι η καλύτερη περίοδος των Judas Priest; Ενόψει Rockwave, το θερμόμετρο χτυπάει κόκκινο και οι πένες πιάνουν φωτιά.

Πέντε περίοδοι, πέντε συντάκτες. Σήμερα η εποχή της απόλυτης εμπορικής καταξίωσης της σπουδαίας μπάντας (1980-1987).

Κων/νος Χρυσόγελος: Fast and furious, we burn the universe

Περιττές και άσκοπες ομολογίες πίστεως πιστεύω δεν χρειάζονται. Μιλάμε για ένα μεγαθήριο του σκληρού ήχου και δεν έχω καμία όρεξη να σας πείσω -δεν τρελάθηκα!- πως το “Painkiller” είναι χειρότερο του “Defenders of the faith” ή ότι το “Sad wings of destiny” έχει κάποιο ψεγάδι. Ωστόσο, θα προσπαθήσω να υποστηρίξω, και τούτο με απόλυτη επίγνωση του εγχειρήματος, ότι τα πρώτα οκτώ χρόνια της δεκαετίας του ’80 ήταν ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στη μακρά ιστορία των Judas Priest.

Φυσικά, δεν αρκεί μία δήλωση του τύπου: «Ε, αφού τότε έβγαλαν το “British steel” και το “Screaming for vengeance”», γιατί ο αντίλογος θα έρθει και θα είναι και καλός: «Ναι, αλλά πριν είχαν κυκλοφορήσει το “Stained class” και μετά έδωσαν το “Painkiller”». Δεκτά όλα, εδώ όμως μιλάμε για σύγκριση, ο τελικός σκοπός είναι να αναδείξουμε ένα νικητή, και όπως έλεγε κι ο Freddie Mercury: “I ain’t gonna lose”.

a42de0479ebfa1ae9ee7922fd1b45511-700.jpg

Κατ’ αρχάς, φροντίζω να ξεμπερδεύω με τα «ευκολάκια»: Αγαπητοί συν-συντάκτες, εσείς που για κάποιο δικό σας διεστραμμένο προσωπικό λόγο θα υπερασπιστείτε το… “Jugulator” και το… “Nostradamus”, κάνω πως δεν άκουσα, δεν είδα. Κι εμένα μου αρέσει που κάθε δυο-τρία χρόνια ο τρελοκαράφλας και η παρέα του έρχονται και δονούν τη Μαλακάσα, αλλά υπάρχει και η κόκκινη γραμμή που χωρίζει την τρέλα από την παράνοια. Μου μένουν άλλοι δύο…

Αγαπητέ μου, θα μας πεις τι φοβερό και τρομερό και εξαίσιο είναι το “Painkiller” (συμφωνούμε). Ο ένας δίσκος της περιόδου σου στέκει υπεράνω κριτικής… πήρες όμως και το “Ram it down”, άρα το παιχνίδι λήγει στο 1-1. Ωραία, θα πεις και κάτι για “Blood red skies”. Να απαριθμήσω εγώ ύμνους; Πάρε ολόκληρο το “Steel”, ολόκληρο το “Vengeance”, ολόκληρο το “Defenders”, δύο τζούρες απ’ το “Point of entry” και το τρεις απ’ το “Turbo”, και μία live-άρα… “Fall to your knees and repent if you please”.

Πάμε τώρα στα αγγούρια: Κρατώ τα χαρτιά μου ανοικτά. Το ίδιο και ο αντίπαλος. Ρίχνω “Breaking the law”, έχει “Victim of changes”. Κάτω και το “Jawbreaker”, ιδού το “Hell bent for leather”. Παίζουμε κάμποση ώρα… Στις συνθέσεις βγαίνουμε ισόπαλοι. Ας το ρίξουμε στα εξώφυλλα… Πάτσι πάλι. Δίνουμε τα χέρια, για ισοπαλία πάει… Τότε όμως βγάζω από το μανίκι τον άσσο μου: «Παραγωγή». Αυτό ήταν, κέρδισα.

uLFa7vKMJwyFTvXE2BxrfL.jpg

Ναι, το “Sad wings” αριστούργημα, το “Stained class” επίσης, το “Killing machine” πολύ καλό, το “Sin after sin” άνισο, αλλά με κορυφαίες στιγμές, και το “Unleashed in the East” κορυφαίο. Μα λείπει ένα συστατικό που δεν επιτρέπει στο γλυκό να φουσκώσει όπως πρέπει: Ο ήχος ακούγεται κάπως «άδειος», λείπει η 80ίλα, οι κιθάρες που μπουκώνουν το ηχείο, τα τύμπανα που κοπανούν το κεφάλι σου, η υπερβολή, η πληθωρικότητα, η αίσθηση της παντοκρατορίας. Και αυτό δεν το έχουν μόνο οι δίσκοι των Priest στο διάστημα 1980-7 (με μόνη εξαίρεση το μικρό στραβοπάτημα του “Point of entry”, έστω και αν έχουμε κι εδώ 2-3 κομματάρες), αλλά ΟΛΗ η μεταλλική δεκαετία του ’80.

Θες να ξεσηκωθείς, να χτυπηθείς, να τα κάνεις όλα λαμπόγυαλο, ρε παιδί μου. Βάλε ένα “Freewheel burning”, ένα “Electric eye” ή ένα “Grinder”. Πιο πριν έχεις εξίσου πολλές κομματάρες, αλλά απουσιάζει ο όγκος. Μόνο στο “Sin after sin” προσπάθησε η μπάντα να το διορθώσει αυτό, αλλά ο παραγωγός (ο σπουδαίος R. Glover, για την ιστορία) είτε δεν κατάλαβε είτε δεν ήξερε, πάντως τα έκανε μαντάρα. Για την επόμενη διετία η μπάντα σαν να δαγκώθηκε, επέλεξε τη σιγουριά της 70ίλας. Ακούς το “Stained class” και μένεις με το στόμα ανοιχτό από τις συνθέσεις, μα σκέφτεσαι πως το “Saints in hell” την ήθελε μία παραγωγή αλά “Defenders of the faith”, πώς να το κάνουμε. Ό,τι λείπει στα 70s, τα 80s το χαρίζουν απλόχερα.

Και δεν τελειώνουμε εδώ. Γιατί δεν είναι μόνο η μουσική που μετράει, αλλά και το attitude. Στα 70s οι Priest ήταν ψαγμένοι, πρωτοποριακοί, καινοτόμοι… Υπερθεματίζω. Διαβάστε τώρα τους στίχους του “Freewheel burning”: “We accelerate, no time to hesitate… We don’t accept defeat… We’re spitting flames”. Ιδού η πλήρωση: Υπερηφάνεια, αυτοπεποίθηση, Αρμαγεδδών. Να καεί το πελεκούδι. Κόλαση και πανζουρλισμός… Με πιάνετε.

Judas-Priest.jpg

Κι επανέρχομαι στο σημείο που έθιξα παραπάνω: Οι Priest της περιόδου μας δεν είναι πια η μπάντα που παίζει μπάλα σε άδειο γήπεδο. Δόξα τω Θεώ, από το 1980 εκρήγνυται όλη η νέο-μεταλλική σκηνή και όποιον πάρει ο Χάρος. Τι έκαναν οι Priest τότε; Μαζεύτηκαν απ’ τον φόβο ή ξάπλωσαν στο ανάκλιντρο καμαρώνοντας για το νέο κύμα σκληρού ήχου που εν πολλοίς μόνοι τους δημιούργησαν; Τίποτα από τα δύο! Μπήκαν σαν ταύροι μαινόμενοι στο ρινγκ και έβαλαν τα γυαλιά στη νεολαία. Το αποτέλεσμα; Ένα αξέχαστο heavy metal 80s party, με διοργανωτές τους… πατέρες (πού ξανακούστηκε;).

Ακούω τώρα φωνούλες που εις μάτην προσπαθούν να μου βάλουν τρικλοποδιές: “Turbo”, η λέξη επανέρχεται σαν ηχώ. ΟΚ, εδώ η παραγωγή έκανε μία αποτυχημένη, τάχα μου «εμπορική» στροφή, αλλά τα “Turbo lover”, “Out in the cold” και “Locked in” δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από το παρελθόν, πόσο μάλλον από το μέλλον (το ’παμε,  τη εξαιρέσει του “Painkiller”). Ειδικά το πρώτο από τα τρία έχει βρει τη θέση του στον «κανόνα» του ρεπερτορίου του σχήματος, αφού παίζεται σχεδόν ανελλιπώς στις περιοδείες του. Και να σας πω και κάτι άλλο; Αν τόσο πολύ πια αποστρέφεστε το “Turbo”, ακούστε τα κομμάτια του δίσκου σε εκτελεσάρες στο “Priest live” του 1987 και χαλαρώστε. Γιατί ακόμα και τα λαθάκια της ήξερε η μπάντα να τα διορθώνει τότε.

Ταχύτητα, δύναμη, τσαμπουκάς, έμπνευση, riff, τσιρίδες, ταλέντο, έμπνευση, όλα αυτά στον υπερθετικό βαθμό, διοχετευμένα σε τρεις αθάνατες δισκάρες, ένα σπουδαίο live, και δύο ακόμα δίσκους που έχουν τις στιγμές τους. Μένει τίποτα άλλο; Ο κατάλληλος επίλογος: “I’m made of metal!” 1978; 1990; 2010; Όχι, φυσικά: 1982. Τόσο απλά.

Copyright 2018. All Right Reserved.