THE BLACK RIDERS - Chosen Few
THE BLACK RIDERS – Chosen Few
Ένα ξεχασμένο διαμάντι της βρετανικής underground σκηνής;
Κάποιοι δίσκοι επιβιώνουν επειδή γνώρισαν επιτυχία. Κάποιοι άλλοι, επειδή οι συλλέκτες αρνούνται να τους αφήσουν να χαθούν. Το Chosen Few των The Black Riders ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία: μια obscure βρετανική heavy metal κυκλοφορία, με ελάχιστη διαθέσιμη τεκμηρίωση, αντικρουόμενες πληροφορίες για την έκδοσή της και εκείνη την ακαταμάχητη γοητεία που συνοδεύει κάθε πραγματική underground ανακάλυψη.
Για τους The Black Riders ελάχιστες αξιόπιστες βιογραφικές πληροφορίες έχουν διασωθεί. Ευτυχώς, η ίδια η μουσική αποκαλύπτει περισσότερα για το συγκρότημα απ’ όσα έχουν απομείνει στα χαρτιά. Το Chosen Few παρουσιάζει ένα ωμό και άμεσο είδος βρετανικού hard/heavy rock, βαθιά ριζωμένο στο New Wave of British Heavy Metal (NWOBHM), αλλά ταυτόχρονα επηρεασμένο από τον πιο σκληρό και «δρόμιο» ήχο των αρχών της δεκαετίας του ’80.
Ο δίσκος καταγράφεται συνήθως ως κυκλοφορία του 1984, αν και μεταγενέστερη ανάρτηση ολόκληρου του άλμπουμ τον παρουσιάζει ως κυκλοφορία της GI Records του 1988. Περιλαμβάνει εννέα τραγούδια: “Can’t Stop Us Now”, “Mindless Violence”, “Can’t Hold On”, “Twilight Zone”, “Frankenstein”, “Chosen Few”, “Addiction”, “Time To Run” και “Money Talks”.
Η συγκεκριμένη ασυμφωνία στις ημερομηνίες απαιτεί προσοχή. Μέχρι να εξεταστούν το αυθεντικό εξώφυλλο, το label, ο αριθμός καταλόγου ή τα στοιχεία του matrix, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ιστορία της πρώτης έκδοσης. Το υλικό φέρεται επίσης να εμφανίστηκε σε split CD της Hot Metal Records το 1993, μαζί με τους Preyer’s Terminator, κάτι που ενδέχεται να αφορά μεταγενέστερη αρχειακή επανέκδοση ή bootleg κυκλοφορία και όχι την αρχική έκδοση του άλμπουμ.
Τέτοιες ασάφειες δεν είναι ασυνήθιστες σε ανεξάρτητες metal κυκλοφορίες της εποχής. Σε αντίθεση με τα μεγαλύτερα ονόματα του NWOBHM, οι The Black Riders δεν άφησαν πίσω τους εκτενή και εύκολα επαληθεύσιμη βιογραφία, σταθερά καταγεγραμμένη σύνθεση ή σημαντικό αρχείο στον σύγχρονο Τύπο. Φαίνεται να ανήκαν στο τεράστιο δίκτυο μικρών βρετανικών συγκροτημάτων που ξεπήδησαν μέσα από τις τοπικές σκηνές του NWOBHM, ηχογράφησαν ελάχιστο υλικό και τελικά χάθηκαν από το προσκήνιο.
Και κάπου εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος της γοητείας του Chosen Few.
Μουσικά, το άλμπουμ μπορεί να χαρακτηριστεί ως ωμό NWOBHM με έντονες hard rock αναφορές. Οι The Black Riders δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τεχνικές επιδείξεις ή περίπλοκες ενορχηστρώσεις. Αντίθετα, στηρίζονται σε απλά αλλά αποτελεσματικά κιθαριστικά riffs, στιβαρό ρυθμικό υπόβαθρο, τραχιά φωνητικά και ρεφρέν που μένουν εύκολα στο μυαλό.
Η παραγωγή είναι ακατέργαστη, όπως θα περίμενε κανείς από μια μικρή ανεξάρτητη κυκλοφορία της περιόδου. Οι κιθάρες βρίσκονται στο επίκεντρο, χωρίς όμως την καθαρότητα και τη γυαλάδα των μεγαλύτερων βρετανικών metal παραγωγών. Αντί να λειτουργεί εις βάρος του δίσκου, αυτή η τραχύτητα ενισχύει την αίσθηση ενός συγκροτήματος που προσπαθεί να μεταφέρει την ενέργεια της ζωντανής εμφάνισης απευθείας στον ακροατή.
Οι περισσότερες συνθέσεις κινούνται σε μεσαίες και δυναμικές ταχύτητες, χωρίς να καταφεύγουν σε ακραία γρήγορους ρυθμούς. Ο ήχος τους βρίσκεται σαφώς πιο κοντά στο παραδοσιακό heavy metal και το hard rock παρά στο speed ή το thrash metal που θα κυριαρχούσε λίγο αργότερα. Η επιθετικότητα προκύπτει περισσότερο από το βάρος, τη στάση και τη θεματολογία παρά από την ταχύτητα ή τα ακραία φωνητικά.
Το “Can’t Stop Us Now” αποτελεί χαρακτηριστική εισαγωγή στη φιλοσοφία του συγκροτήματος, με το δυναμικό του ύφος και την έμφαση στο ρεφρέν. Το “Mindless Violence” κινείται σε πιο σκοτεινά και επιθετικά μονοπάτια, ενώ το “Can’t Hold On” αποκαλύπτει τη μελωδικότερη hard rock πλευρά της μπάντας, αποδεικνύοντας ότι οι The Black Riders δεν περιορίζονταν αποκλειστικά στην ωμή επιθετικότητα.
Το “Time To Run” είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό δείγμα της κινητικής δύναμης του δίσκου: σταθερό rhythm section, έντονες κιθάρες και φωνητικά που δίνουν περισσότερο την αίσθηση επείγοντος παρά λεπτότητας.
Οι υπόλοιποι τίτλοι —“Twilight Zone”, “Frankenstein”, “Chosen Few”, “Addiction” και “Money Talks”— παραπέμπουν σε έναν συνδυασμό σκοτεινών εικόνων, κοινωνικού σχολιασμού και μιας γενικότερης διάθεσης αμφισβήτησης και αυτοπροσδιορισμού. Ακόμη και χωρίς να διαθέτουμε πλήρη εικόνα των στίχων, η ίδια η tracklist αποπνέει έντονα εκείνη την χαρακτηριστική ατμόσφαιρα του βρετανικού underground metal των αρχών των ’80s.
Το Chosen Few δεν έχει σημασία επειδή οι The Black Riders εξελίχθηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της βρετανικής heavy metal σκηνής. Δεν άφησαν πίσω τους έναν κατάλογο αντίστοιχο με εκείνον των Iron Maiden, Saxon, Diamond Head ή Tygers of Pan Tang.
Εδώ ακούμε ένα συγκρότημα που κινείται έξω από τα φώτα της δημοσιότητας και χρησιμοποιεί τη γλώσσα του heavy metal και του hard rock για να δημιουργήσει κάτι άμεσο, ενεργητικό και αυθεντικό. Είναι ο πιο τραχύς και λιγότερο γυαλισμένος χαρακτήρας της εποχής, μακριά από τις μεγάλες παραγωγές και τις τεχνικές φιλοδοξίες του progressive metal, αλλά γεμάτος από εκείνη την αποφασιστικότητα που έκανε τόσο γόνιμη τη βρετανική underground σκηνή.
Για τον συλλέκτη, μάλιστα, η αβεβαιότητα γύρω από την κυκλοφορία προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ενδιαφέροντος. Όποιος αναζητά αυθεντικό αντίτυπο καλό είναι να ελέγχει προσεκτικά label, αριθμό καταλόγου, credits του εξωφύλλου, χώρα κατασκευής και στοιχεία matrix, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να ξεχωρίσει την αρχική έκδοση από μεταγενέστερες αρχειακές ή bootleg κυκλοφορίες.
Το Chosen Few είναι ένα obscure αλλά ενδιαφέρον ντοκουμέντο του βρετανικού heavy rock. Οι The Black Riders ακούγονται σαν ένα αποφασισμένο underground συγκρότημα που κινείται κάπου ανάμεσα στο NWOBHM, το παραδοσιακό heavy metal και το τραχύ hard rock. Οι συνθέσεις τους είναι άμεσες, η παραγωγή ακατέργαστη και το μουσικό τους λεξιλόγιο γνώριμο — ο συνδυασμός, όμως, διαθέτει αρκετό χαρακτήρα ώστε ο δίσκος να ξεπερνά τα όρια μιας απλής ιστορικής περιέργειας.
Δεν πρόκειται για ένα «χαμένο αριστούργημα» με τη συμβατική έννοια. Πρόκειται για μια cult ανακάλυψη: ατελή, ελλιπώς τεκμηριωμένη και βαθιά ριζωμένη στο αδιάλλακτο πνεύμα του βρετανικού metal underground.
Για όσους ψάχνουν τις obscure πλευρές του NWOBHM, τις private-press heavy metal κυκλοφορίες και το τραχύ hard rock των αρχών των ’80s, το Chosen Few αξίζει σίγουρα μια θέση στη λίστα ακροάσεων.
